Τρίτη, 4 Αυγούστου 2015

Καινούρια μέρα...χαμογελαστή!

Μαυρόπουλος Χρίστος


Λένε και τι δε λένε για το τσιγάρο...
Χαντακώνει τους ανθρώπους...Συφοριασμένο..!
Απόλαψη με τον πρωϊνό καφέ...
Βάλσαμο στα σεκλέτια της καρδιάς...
Κι είναι και κάμποσοι,
που πιστεύουν πως το τσιγάρο είναι σαν την..τουαλέτα!
Τον απόπατο δηλαδή!
Άμα δεν τό ΄χεις την ώρα που το θες, την..."έβαψες", κατά πως λένε και τα σημερινά "μαγκάκια" με τα κινητά!!


Δε ξέρω...
Μπορεί και νά ΄ναι όλα μαζί τα παραπάνω γιατί προψές την Κυριακή, σηκώθηκα πουρνό-πουρνό, έψησα τον καφέ μου, πήρα το πακέτο κι άραξα να την καταβρώ στην καθιστάρικη ζωή μου.
Έλα όμως που το πακέτο ήταν αδειανό.
Έρημο κι αδειανό, σάμπως τσέπη θαρρείς συνταξιούχου, μετά τα μισά του μήνα!

"Τα 'παιξα", μονοστιγμής.
Μού 'ρθενε ο ουρανός σφοντύλι.
Σιχτήρισα, έβρισα, κι αν μπορετό μου ήτανε θά 'σταινα την αφεντιά μου στο απόσπασμα, που δε γνοιάστηκε νά 'χει ένα πακέτο στην καβάτζα!
Παράτησα κατασκασμένος, άπιοτο τον καφέ μου και βγήκα στο "κουρμπέτι".
"Κάπιονε θα τρακάρω", συλλογίστηκα.
Μα που να βρεθεί ψυχή στο χάραμα. Όλοι βαριοκοιμόσαντε. Ως και ο Παρνασσός, ακόμα κι αυτός τεντώνονταν, εκιά θεόρατη τ' αψήλου και στάλα δεν ανάσαινε, θαρρείς κι είχενε βαριόκλειστες τις αγερομπασιές του!
Κι ας ήτανε σταχτιός, μολυβής ο ουρανός, αρματωμένος λες για κάκιωμα, μαργωτικό νερό κι αστραποβόλημα!

Κι εγώ να στραταρίζω σε σπίτια, περβολικά, σε μαγαζιά και σε μπεντένια ανάμεσα, με βαριοσυλλογή στο σκοτισμένο μου φεγγί..!
"Ε ρε και νά 'χα ένα τσιγάρο!"
Όμως μήτε καπνός, μήτε κι ο γενιασμένος, ο ξωτάρης με το στραβοράβδι του που έβγαζε τα "πράματα", στη βοσκή, όπως συνήθειο τό 'χενε την πάσα μέρα αχάραγα.
Μού 'ρθενε να βάνω τις φωνές με την κακοτυχιά μου, μα βάσταξα αβόζο στη φούρκα μου κι έκαμα το σταυρό μου καθώς ακούστηκε χαρούμενος ο λαλητός απ' τις καμπάνες του Άϊ Γιώργη!

Εκείνη τη στιγμή ήτανε που αντίκρυσα και τους δυο "σπούργους", να ψιλοκουβεντιάζουνε καθιστοί στης Λάκκας την πλατεία, κάτω απ' το στυωμένο φανάρι!
Ένας ντελικανής και μια μελαχροινούλα κοπελιά!
Αγκαλιασμένα τα παιδιά, πουρνό-πουρνό, όλο δροσιά και νιότη!
Σα δυο πουλιά, χωμένα τό 'να μες στις φτερούγες τ' αλλουνού.
'Νειρεύονται! Τον έρωτά τους χαίρονταν!
Κι ότε που πηδοκοπώντας του ήλιου μια αχτίνα, ξεχάραξε και στράτα άνοιξε στο μολυβί του ουρανού, ντουγρού στα πρόσωπά τους έπεσε!!
Τα χρύσωσε, τα μόρφισε, καθώς εκείνα αντάλλαξαν φιλί!
Ένα φιλί ολάκερης ανασαιμιάς, πυρόχρωμο, βαθύ!!
Σάμπως εκμέκ-μπουρέκ θαρρείς, με μπόλικα σερμπέτια!

Στρατάρισα αργά και πέρασα σιμά τους, μα 'κείνα το χαβά τους!
Θάρρεψα για λίγο να τόνε γυρέψω ένα τσιγάρο, μα τα λυπήθηκα τα καμερά έτσι ανέγνοιστα να κόψω τα μελώματά τους, τις αγάπες τους, γι' αυτό και διάβηκα βαστώντας ακόμα και την ανασαιμιά μου!
Παρά κάτω απαντήθηκα, με τον Πετρή που πάστρευε τις στράτες.
-'Μέρα, μου πέταξε σκουπίζοντας.
-'Μέρα, μούγκρισα και "'πόρισα" κατέχοντας πως δεν φουμάρει.
Κι έφτασα στο κατόπι στου Θόδωρου τον καφενέ, την ώρα που ο καφετζής, ξεμαντάλωνε του μαγαζιού την πόρτα.
Κάτεχα πως δεν φουμάριζε όμως παλιός στην αγορά επαγγελματίας ίσαμε το μεδούλι του, άνθρωπος πετσωμένος στη ράτσα και στα φερσίματα της πελατείας του, σίγουρα θά 'χενε την έγνοια τους και τις ανάγκες τους.
-Αμάν, ένα τσιγάρο, του γύρεψα με ξεραμένο στόμα.
Με ξάνοιξε χαμογελώντας.
Άνοιξε τον καφενέ, μπήκα στο κατοπι του, μου έψησε γλυκύ-βραστό, ήπια δυο γουλιές, μού 'δωσε και τσιγάρο απ' την καβάτζα, φουμάρισα λαίμαργα κι ευτύς Θεέ μου, μερέψανε τα μέσα μου!!
Εμόρφιζε ξανά αγάλι-αγάλι ο κόσμος τρόγυρά μου!!
"Πόριζ", η ζωή..!
Με μια καινούρια μέρα...χαμογελαστή!!

Δεν υπάρχουν σχόλια: