Τρίτη, 10 Ιουνίου 2014

« ΤΟ ΖΩΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΤΗΝΟΣ! »





του Γιάννη Αν. ΛΟΥΚΑ

                                            «Η ώρα τρεις της νύχτας
 λάλησε μακριά πάνω απ’τα παραπήγματα
                                  ο πρώτος πετεινός.»
(Οδυσσέα Ελύτη : ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ“Η ΓΕΝΕΣΙΣ” )

          Μα, κείνη ακριβώς τη χρονιά τα πράγματα δεν έγιναν κατά πως τα λέει ο ποιητής.
   Κοντά στο σταύλο κείνη τη νύχτα ούτε στις τρεις ούτε αργότερα λάλησε ο πετεινός. Σα να’τανε μια συνωμοσία  της φύσης ενάντια στο επερχόμενο κακό. Σα να μην ήθελε ο πετεινός να ξυπνήσει κανένα δημιούργημα του Πλάστη, μήτε άνθρωπο, μήτε ζωντανό. Ο πρώτος πετεινός δε λάλησε σιμά στο σταύλο.
           Η ησυχία βασίλευε μέσα στη νύχτα του καλοκαιριού.
       Μόνο λίγα χιλιόμετρα μακρύτερα, την ίδια ακριβώς ώρα, η δηλητηριώδης αράχνη της κτηνωδίας άρχισε να υφαίνει τον αποτρόπαιο ιστό της στις ψυχές κάμποσων ανθρώπων.
         
Η βαρβαρότητα ανέτειλε μέσα στη νύχτα του καλοκαιριού…       


 «Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα,            
 σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά
                                     να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει
                                     και μας βάλουνε στόχο τ’αερόπλανα.
                                     Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους
                                     ή τέτοια, κι όπως το’χε συνήθειο του,
                                     στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φώς».
(Οδυσσέα Ελύτη : ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ – “Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ”)

    Τι κι αν δεν είχε λαλήσει ο πρώτος πετεινός! Τι κι αν βρισκόμασταν στο τέταρτο καλοκαίρι του πολέμου και της Κατοχής! Τι κι αν οι άνθρωποι, εκτός απ’ τον κατακτητή, έπρεπε να αντιπαλέψουν το φοβερό μαρτύριο της πείνας στις μεγαλουπόλεις, κάτι που δεν το’νιωσαν πολύ τα χωριά, χάρη στην καλλιέργεια της γης! Τι κι αν οι απλοί άνθρωποι, οι δημιουργοί της εποποιίας της καθημερινότητας, έπρεπε ακόμα και μέσα στην Κατοχή να συνεχίσουν να ζουν, να θρέφουν τις φαμίλιες τους, να καλλιεργούν τη μάνα-γη, να φροντίζουν τα ζωντανά τους! Τι κι αν οι δασκάλοι έπρεπε να μορφώνουν τα παιδιά, οι παπάδες ν’ανοίγουν και να λειτουργούν τις εκκλησιές κάτω απ’τη μπότα του κατακτητή…!
   Όπως λέει κι ο ποιητής, ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους, μήτε απ’ τ’αερόπλανα, μήτε απ’τα στρατιωτικά καμιόνια, κι έτσι ανυποψίαστος, κι όπως τό ’χε συνήθειο του, την ίδια ώρα ξημέρωσε το φως και στο Δίστομο, όπως κάθε μέρα, έτσι  και στις 10 του Ιουνίου στα 1944…


Στο σταύλο…
     Ξημέρωνε. Οι πρώτες αχτίνες απ’το καλοκαιριάτικο φως ξεγλίστρησαν μέσα απ’τα μικρά παράθυρα του σταύλου, ειδοποιώντας τα ζωντανά του ότι άλλη μια μέρα του Θεού ξεκινάει. Κι επειδή και τα πλάσματα του Θεού δεν κατείχαν από στόχους και πολέμους, άρχιζαν να ετοιμάζονται για το μόχθο της ημέρας. Και πρώτο και καλύτερο το περήφανο άτι, το άλογο του σπιτιού. Ο ακούραστος δουλευτής, ο ακάματος κουβαλητής! Τα ζωντανά στις περασμένες εποχές ήταν μέλη της φαμίλιας. Αγωνίζονταν για τη σκληρή επιβίωση. Είχαν μιαν υπέρ-λογη αίσθηση του καθήκοντος. Έδιναν πολλά, πάρα πολλά! Και ζήταγαν τα ελάχιστα : λίγη τροφή, το νεράκι τους και, κυρίως, ένα χάδι, μια καλή κουβέντα, ένα βλέμμα αναγνώρισης, την προσφώνηση με τ’όνομά τους. Α, βέβαια! Σημαντικό πράγμα το όνομά τους! Όλα είχαν το όνομά τους και πόσο καμάρωναν, σαν το άκουγαν!
     Μα, για το συγκεκριμένο άτι, που θα σας διηγηθώ την ιστορία του, το όνομά του δε διασώθηκε. Βάλτε με τη φαντασία σας όποιο όνομα θέλετε, δώστε του το χρώμα της αρεσκείας σας, το ύψος, τη διάπλαση, την ηλικία που νομίζετε. Ένα, όμως, σας παρακαλώ, μην κάνετε. Μην του αμφισβητήσετε την αίσθηση του καθήκοντος, την εργατικότητά του, την αξιοσύνη του, την περηφάνεια του και τα αισθήματά του! Κι ας μην το γνωρίζετε! Κι ας έγινε έτσι ο ανώνυμος ήρωας μιας τραγικής ιστορίας!

    Κι αυτός ο πρώτος πετεινός πόσα προβλήματα δε δημιούργησε εκείνο το πρωινό της 10ης Ιουνίου, που διάλεξε να μη λαλήσει! Αγουροξυπνημένοι και καθυστερημένοι και βιαστικοί όλοι, αφεντάδες και ζωντανά! Για πότε φτάσανε οι νοικοκύρηδες στο σταύλο, για πότε ετοίμασαν τα “σέγια”, για πότε ετοιμάσανε το άλογο, για πότε έζεψαν από πίσω του το κάρρο, για πότε ξεκινήσανε για το χωράφι του θερισμού! Ιούνης, βλέπετε, Θεριστής! Και πόση δουλειά τους περίμενε… ”Τρύγος, θέρος, πόλεμος!” Βέβαια, ο τρύγος ήταν μακριά ακόμα, ο θέρος ήταν σε εξέλιξη, μα ο πόλεμος ήταν τόσο κοντά… μόλις λίγα χιλιόμετρα μακριά… κι όλο και πλησίαζε, μα ούτε οι νοικοκυραίοι, μήτε το περήφανο άτι κατείχαν από στόχους κι από θηριωδίες… κι έτσι ξεκινήσανε απ’το Δίστομο με προορισμό την τοποθεσία Μεσοβούνια…

 Στο στρατόπεδο…
    Οι πολεμικές μηχανές δεν έχουν ανάγκη από τα λαλήματα των πετεινών. Αυτά είναι μόνο για τους ποιητές. Και αναφερόμαστε σε κορυφαία στρατιωτική μηχανή : “ο 2ος λόχος του 2ου τάγματος του 7ου συντάγματος (
regimente) θωρακισμένων γρεναδιέρων (panzer- grenadiere) της 1ης μεραρχίας των Es-Es (Stab. 1]SS). Επικεφαλής ο λοχαγός Kopfner.”
    Την ίδια ώρα, λοιπόν, κι εκεί, στο σιδερόφραχτο στρατόπεδο, ο Θεός ξημέρωσε το φως, καθώς δεν κάτεχε από στόχους. Οι επιτελάρχες, όμως, του ολέθρου κι από στόχους κατέχανε, κι από αντίποινα, κι από επιθέσεις σε αμάχους, κι από ύπουλα σχέδια. Το σχέδιο της μέρας εκείνης είχε άριστα σχεδιαστεί και οργανωθεί. Θα επέτασαν δύο λειβαδίτικα ιδιωτικά αυτοκίνητα φορτηγά με τους οδηγούς τους και θα τα γέμιζαν με δεκαοχτώ Γερμανούς στρατιώτες, ντυμένους με πολιτικά ρούχα, που είχαν την προηγούμενη μέρα αρπάξει από Έλληνες φυλακισμένους. Μέσα στα φορτηγά θα έκρυβαν και τον πολεμικό τους οπλισμό. Τα “αθώα” αυτά φορτηγά ήταν το δολερό τέχνασμα, η παγίδα, αφού σε μικρή απόσταση απ’αυτά θα ακολουθούσαν άλλα πέντε γερμανικά αυτοκίνητα γεμάτα στρατό, με στολή τούτοι και με οπλισμό μάχης. Αυτά προέβλεπε το καλοοργανωμένο και μελετημένο σχέδιο.

     Όμως, τα σχέδια, όσο τέλεια κι αν είναι, υλοποιούνται από ανθρώπους. Σας ζητώ, λοιπόν, για δεύτερη φορά, να αφήσετε ελεύθερη τη φαντασία σας! Όπως πλάσατε στο μυαλό σας το περήφανο άλογο στο σταύλο του Διστόμου, να δώσετε σάρκα και οστά σε ένα από τα πρωτοπαλλήκαρα του λόχου αυτού από τα τάγματα εφόδου των Es-Es, την “αφρόκρεμα” της ναζιστικής στρατιωτικής μηχανής, που μαζί με τους συμμάχους τους είχαν αιματοκυλήσει τη μισή ανθρωπότητα και συνέχιζαν …ακάθεκτοι!
     Δώστε, λοιπόν, στον καλο-εκπαιδευμένο και αποφασισμένο αυτό επίλεκτο μέλος το όνομα που θέλετε, το ύψος, τη σωματική του διάπλαση. Επιλέξτε ακόμα και το βαθμό του, αν είναι αξιωματικός, βαθμοφόρος ή απλό εκτελεστικό όργανο. Φανταστείτε και την άρτια εκπαίδευσή του, που έχει προηγηθεί στην πανίσχυρη πατρίδα του, πάνω στα όπλα, την τακτική του πολέμου, αλλά, προπάντων, στην ψυχολογία του νικητή, στη βαναυσότητα, στον ευτελισμό της ζωής του εχθρού. Αν η φαντασία σας τον επιλέξει ως μόνιμο αξιωματικό καριέρας, αναλογιστείτε τις στρατιωτικές ακαδημίες του Βερολίνου, στις οποίες έχει φοιτήσει, τις σχολές πολέμου, την εμπειρία του από τις νικηφόρες μάχες για την κατάληψη των ευρωπαϊκών χωρών! Αν, όμως, επιλέξετε να είναι έφεδρος, αναλογιστείτε τις προηγούμενες λαμπρές σπουδές του στα κορυφαία γερμανικά πανεπιστήμια του μεσοπολέμου, τη λαμπρή καριέρα του, τη σπουδαία κοινωνική του ζωή! Γιατί όχι, να ήταν πιστός Χριστιανός, λάτρης του Μπετόβεν και της κλασικής μουσικής, της όπερας, μελετητής του Γκαίτε, άριστος γνώστης και θαυμαστής της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας και –γιατί όχι – ελληνομαθής ή κάτοχος της αρχαίας ελληνικής γλώσσας!
       Και να, λοιπόν, αυτό το “λαμπρό” τέκνο της Ναζιστικής Γερμανικής Αυτοκρατορίας, ανεβασμένος και πάνοπλος στο στρατιωτικό φορτηγό ή στο επιταγμένο ελληνικό φορτηγό, κατευθυνόμενος προς ένα μικρό ελληνικό χωριό, το Δίστομο, που ούτε το είχε ξανακούσει στη ζωή του!

Κοντά στην τοποθεσία Μεσοβούνια…
     Ο ήλιος είχε για τα καλά ανατείλει. Το άλογο της ιστορίας μας ζεμένο  με το κάρρο και τους δυο νοικοκυραίους ξωμάχους κόντευε να φτάσει στο χωράφι, για να ξεκινήσει η ευλογημένη εργασία του θερισμού.
   Απ’την άλλη κατεύθυνση η γερμανική μηχανοκίνητη φάλαγγα ανηφόριζε από τη Λιβαδειά προς το Δίστομο.
   Δύο αντίρροπες δυνάμεις τείνουν προς το σημείο συνάντησής τους. Η ειρηνική πορεία της εργασίας και του μόχθου και η πολεμική πορεία του ολέθρου και της καταστροφής πλησιάζουν επικίνδυνα μεταξύ τους.
                Όλα τα ενδεχόμενα είναι πιθανά…

Στην  τοποθεσία Μεσοβούνια ακριβώς…
    Ως τώρα κέντρισα τη φαντασία σας. Χρησιμοποίησα κι εγώ αρκετά τη δική μου. Ώρα, όμως, να παραχωρήσουμε τη θέση στην ωμή πραγματικότητα…Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο…
    Η κατάληξη της ιστορίας αυτολεξεί από το πολύτιμο ντοκουμέντο του συμπατριώτη μας Τάκη Λάππα : “Η σφαγή του Διστόμου – Χρονικό, Αθήνα 1945” :
    « Στο μεταξύ ζυγώνανε απ’τη Λιβαδειά και τ’άλλα πέντε γερμανικά αυτοκίνητα που είχαν ακολουθήσει τα δυο επιταγμένα ελληνικά. Όμως, και τούτα δε μείνανε πίσω σε δράση απ’τα προηγούμενα. Κάνανε αρχή μάλιστα πολύ πριν απ’τ’άλλα. Καθώς έρχονταν απ’τη Λιβαδειά, μόλις περάσανε το χάνι του Καρακόλιθου, μεσοστρατίς, αρχίσανε κι αυτοί να ντουφεκάνε προς όλες τις μεριές. Κι ενώ οι άλλοι είχαν περιοριστεί στα ζωντανά, τούτοι δεν κάνανε καμιά εξαίρεση. Ρίχνανε και καταπάνω στους ανθρώπους. Τίποτα δε γλύτωνε απ’τα βόλια τους. Στην τοποθεσία Μεσοβούνια απαντήσανε τον Παναγιώτη Καραγιάννη ή Τσεκούρα με το γαμπρό του Γιάννη Λεμονή, που πηγαίνανε με το κάρρο τους στο χωράφι. Όπως τους συναντήσανε πάνω στο κάρρο, ρίξανε και σκοτώσανε και τους δυο και πληγώσανε τ’άλογο. Ξαφνιασμένο απ’τον πόνο της λαβωματιάς το ζωντανό, γι’αρκετές ώρες πλανιώταν δω και κει σέρνοντας το κάρρο με το μακάβριο φορτίο…»
      Η αναίτια και εν ψυχρώ εκτέλεση δυο άοπλων και αθώων αγροτών, που πήγαιναν στο χωράφι τους ήταν ένα προμήνυμα για τις φρικαλεότητες που θ’ ακολουθούσαν. Κι ως εκείνη την ώρα καμιά μάχη δεν είχε γίνει. Ούτε, λοιπόν, η δικαιολογία των αντιποίνων δε θα μπορούσε να σταθεί.
    Όμως, ο τραυματισμός του αλόγου ξεπερνάει κάθε όριο νοσηρής σκέψης. Και η σκηνή του πληγωμένου αλόγου, του σαστισμένου από τον πόνο, την έκπληξη και το ακατανόητο της επίθεσης, μόνο με σκηνή αρχαίας τραγωδίας μπορεί να συγκριθεί.

Τι κρίμα…
      Τι κρίμα να μη διέρχεται όλες αυτές τις ώρες του περιφερόμενου δύστυχου ζώου κάποιος Σπύρος Μελετζής να απαθανατίσει τη φοβερή σκηνή και να γίνει στη συνέχεια θέμα στα διεθνή περιοδικά!
      Τι κρίμα να μην ασχοληθεί κάποιος ποιητής ή τραγικός, όπως έκανε στα χρόνια του ο Όμηρος με τα αθάνατα άλογα του Αχιλλέα κι ο Κωνσταντίνος Καβάφης, που στα 1897 εμπνεύσθηκε από το απόσπασμα αυτό της Ιλιάδας το δικό του ποίημα για τα άλογα του Αχιλλέως!
      Τι κρίμα η συγκλονιστική αυτή σκηνή να μην είναι καν γνωστή στους απογόνους των θυτών, των μακελάρηδων ανθρώπων και ζωντανών! Και λένε πως είναι τόσο φιλόζωοι! Πού ξέρετε, ακόμα και τις αποζημιώσεις μπορεί να δέχονταν να αποδώσουν,  στη θέα του πληγωμένου αλόγου που περιέφερε τους εκτελεσμένους κύρηδές του.


Επίμετρο
   Στη σκηνή αυτή συναντήθηκαν το ζώο με το κτήνος, ή καλύτερα η Ζωή με την κτηνωδία.
   Προς στιγμήν επικράτησε και θριάμβευσε η κτηνωδία.
   Όμως, προσέξτε την πιο συγκλονιστική λέξη της περιγραφής, που  είναι το “ξαφνιασμένο” ζωντανό. Πράγματι, η  ανθρώπινη κτηνωδία προκαλεί έκπληξη στα υπόλοιπα πλάσματα της Δημιουργίας.
  Η έκπληξη και το ξάφνιασμα του αλόγου είναι, τελικά, η νίκη της Ζωής επί της κτηνωδίας! Η επικράτηση της ανθρωπιάς έναντι της βαρβαρότητας! Τι κι αν αυτή την ανθρωπιά την εκφράζει ένα έλλογο άλογο; Το λαβωμένο μα περήφανο άτι.
   Το άτι του Διστόμου!

Με σεβασμό προς όλα τα θύματα αυτής της κτηνωδίας,
                                         ΙΑΛ

Δεν υπάρχουν σχόλια: