Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2012

Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΗΛΙΑΣ !

Χρίστος  Ε. Μαυρόπουλος
Πολλά  μας  άφησε  ο ΛΙΑΚΟΣ “ φεύγοντας “.
Ένα  σημάδι  στα  ξαναμμένα  μάτια  των παιδιών !
Ένα  χτημιώνα  πατρογονικό  για  μας  τους μεγαλύτερους !
Ένα  χτημιώνα  Κίνησης,  Λόγου  και  Δημιουργίας !
Κι  αυτό ,θαρρώ, το  που  περισσότερο  μετράει  στη  ζωή μας,
η  συμμετοχή  σε  όλα για  τον άνθρωπο, το  μέλλον  του  και
τον  πολιτισμό του .
Κι  ακόμα  πιότερο, σαν  πρόκειται  για  την  ιδιαίτερη
Πατρίδα  μας .
Να  προχωράμε, δηλαδή, με  σιγουριά  κι  η  κάθε  καινούρια μέρα
να  μην  καίει  τα ωραία, τα παλιά !
Αυτό  ο φίλος  μου, ο ΗΛΙΑΣ, το κράτησε ,θαρρώ, καλά !
Αγάπησε, δούλεψε  και  καταπόνεσε  για  τον τόπο, τους  συντοπίτες  του,
τον  Άι – Γιώργη, την παράδοση, τα παιδιά, κι  όσο κι αν σας φανεί παράξενο,
από  καρδιάς  αγάπησε  και  την  παλιά  κι ωραία
Ελληνική  μας  φορεσιά !
Πάντα  με σέβας  και  περφάνεια  τη  φορούσε !

Κι  ότε  που  άρχισε ν’ αλλάζει ο κόσμος  κι  η Αράχωβα αγάλι – αγάλι,
κι  ίσως ο τόπος  διαγουμίζονταν  και  η  παράδοση απ’ τους ξένους,
ήρθε και με βρήκε, στα  χέρια του βαστώντας  ένα σχέδιο  καρπιτιού  παλιό,
και  με ρώτησε, περίσσια  συλλογισμένος :
« Τι λες για το πλατύσκαλο;»
Μου  πήρε ώρα, ώσπου να νογήσω  πως  μου κουβέντιαζε για τις σκάλες
του Άι – Γιώργη και τ’ όνειρό του να σημαδέψει με την ωραία τέχνη της
υφάντρας όλα τα πλατύσκαλα ως  πάνω με σχέδια  παλιά, περίτεχνα
και ψηφιδωτά !
Θάμασα την ιδέα του !
Η τέχνη που μας έθρεψε κατάσαρκα στο κορμί του τόπου μας .
Κατάσαρκα στο χρόνο και στην ιστορία !
« Μ’ αρέσει η ιδέα σου…, όμως πώς μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο;»
τον ρώτησα κι εγώ με τη σειρά μου.
« Εγώ κι ο Μαυρεπής, ο Γιώργης, μπορούμε να το φτιάσουμε !»
μου αποκρίθηκε, στα μάτια έχοντας το ξάναμμα και στην
καρδιά τα κότσια.
Τον τήραξα καλά κι  ήτανε όλος μια φωτιά !

Στο  μεταξύ  σκαπέτισε  ο καιρός, έφυγα  για  την Κρήτη, ξαστόχησα
την κουβέντα μας, κι  ότε που γύρισα, κοντά  ένα χρόνο στο κατόπι,
της  ΠΑΝΑΓΙΑΣ θυμάμαι, Νοέμβρη  μήνα, το ψηφιδωτό στα σκαλοπάτια,
στο πλατύσκαλο, ήτανε  τελειωμένο  εκεί !
Σαν έμορφο, παλιό  υφαντό  χαλί !
Το τήραξα  μονοστιγμής, θαρρώντας  πως τα μάτια μου πλανήθηκαν !
Κι όμως, αυτό  ήταν ακόμα εκεί !
Πανέμορφο και φωτεινό, σε μια ψηφιδωτή γραφή !
Ο  νους  μου  γύρισε στο Δάσκαλο.
« Χαλάλι ο κόπος, τα γραφτίκια», συλλογίστηκα θαμάζοντας.

‘Ετσι  συλλογιόταν  κι  έκανε ο φίλος μου.
Κάτι για το χωριό. Για  την παράδοση. Να μείνει, να μαρτυρά
πως εμείς εδώ δεν ήρθαμε να φάμε, να πιούμε, να γλεντήσουμε και στο κατόπι
ας  πεθάνουμε, μια  και  περάσαμε καλά !
Όχι !
Θέλει  αγώνα  η  ζωή. Εκεί  η  περφάνεια  κι  η τιμή !
Κι  ο Δάσκαλος τα γνώριζε αυτά, γι’ αυτό πονούσε για τον τόπο του,
νοιαζότανε για τα παιδιά, τα σπίτια, την ιστορία μας, τις στράτες,
το λιβάδι, ακόμα και για τα Αραχωβίτικα νερά !

Απόγιομα  ήτανε , θυμάμαι , στο Ρέθυμνο, ότε  που  ήμουνα
στη  χώρα μου μετανάστης, και  με το Δάσκαλο καθόμασταν στη βεράντα
του σπιτιού μου, χαζεύοντας τους τουρίστες που μπανιαρίζονταν
στη θάλλασσα που έμοιαζε να κοιμάται !
Ακούνητη, βουβή !
Και να’ χει μια ζέστα και μια υγρασία…, να σου μουσκεύει
το κορμί !
Τότενες  σε  μια στιγμή  τον άκουσα  να μονολογεί, να λέει:
« Έ, ρε, και να’ μουνα στον  καφενέ, να πίνω τον καφέ μου και να’ χω
πίσω μου την ΤΟΜΑΡΟΒΡΥΣΗ, να τραγουδάνε  πέφτοντας τα νερά
από τα πέτρινα πανέρια, και να με δροσίζει, να με παίρνει εκείνο το
απόβροχο απ’ τις σταλαματιές κι εγώ να κάαααθομαι, θαρρείς,
σ’ αποβροχάρικη λιακάδα !»

Το ήξερα πως ο φίλος μου έκρυβε μέσα του κι έναν ποιητή !
Τόνε  διάβασα  αργότερα στο ωραίο του βιβλίο,
« Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ Η ΑΡΑΧΩΒΑ».
Τον είδα στη χαλκογραφία του στο κανόνι,
 στην αναβίωση της Μάχης του  ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ, θάμασα τη ζωντάνια του,
στις πολεμίστρες που έπρεπε να μείνουν όπως είναι, την αγάπη του
για τα ιερά μνημεία μας,
 στα μανιτάρια που μαζεύαμε στον Παρνασσό κι έπρεπε,
κατά πως μου’ λεγε, να είναι καφετιά και χαμηλά,
το δέσιμό του με τη φύση…
Τον άκουσα στο μελαγχολικό σουραύλι του, στο γάργαρο Δημοτικό
Τραγούδι μας, στα γλυκερά ‘στορήματα του ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ,
του ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ…
Τον γνώρισα στο Λαϊκό Πολιτισμό, με τα ξυλόγλυπτά του και
τις  κατασκευές του, τις  καθημερινές “περιπολίες “ του, το ψάξιμο,
τις έρευνές του για τις βαθιές μας ρίζες, τα όσια και τα ιερά…!
Τόνε θυμάμαι πάντα με αγάπη και συγκίνηση, τη μέρα που έφευγε
απ’ το Ρέθυμνο, το χέρι σφίγγοντας  και λέγοντάς μου:
«Άντε, στη σύνταξη θα βρεθούμε εμείς ξανά στο χωριό, γέροι πια,
ήρεμοι, ωραίοι, ίσως και πιο σοφοί, χορτάτοι κι απ’ τη ζωή,
κι εκεί θα σεριανίσουμε την κουβέντα μας από τον Κούκουρα έως την αγορά
κι από την αγορά έως της Χτιριαρούς τη δροσερή πηγή !»
Κι εγώ, κατά πως μου’ πε έκαμα και γύρισα με τον καιρό,όμως
ο φίλος μου δεν είναι πια εδώ !

Ο Ηλίας, Αυτός  που στη ζωή ξεχώρισε, μα από μας
δε χώρισε !
Πάντα μαζί μας, ανάμεσά μας, δίπλα μας, σαν όνειρο, σα  μιαν αλήθεια
στέρια  της ζωής, που μας μιλούσε απλά, στρωτά, και πότε τραγουδούσε,
κι  άλλοτε ψαλμούδιζε στην εκκλησιά…
Ο Δάσκαλος με τα χιλιολογιώνε  ταλέντα του, τις γνώσεις  του παλιού,
καλού  σοφού, το Λόγο και το φέρσιμο, πάντα με τους κανόνες του Θεού,
απλός  και ταπεινός, θαρρείς  παιδί, ότε  που  παίζαμε  τη  μπάλα
στην  έμορφη  απλωσιά  του  ΡΕΘΥΜΝΙΩΤΙΚΟΥ  γιαλού !!!


Ο Ηλίας στη βεράντα του σπιτιού μου στο ΡΕΘΥΜΝΟ, όπου το
κουβεντολόϊ μας μακρύ κι ατέλειωτο.


1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Εξαιρετικό!!!!!