Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΝΕΡΩΝ !




Χρίστος Ε. Μαυρόπουλος
Μύθος και ιστορία.
Απόγιομα  έφτασε ο Θανασός στον  καφενέ.
Σκονισμένος, με  χέρια  ξερολασπωμένα, μάτια  μισόκλειστα, αποσταμένα,
κι ένα κορμί που σάλευε  σα  βαρυφορτωμένο  μπάρκο  απ’το Τριέστη !
Κάθησε  και  παράγγειλε  τσίπουρο.
Ο  Νικολός, ο γιος  της  Τρισεύγενης, της  χήρας, που κάθε καλοκαίρι,
ότε  που  κλείναν τα σκολειά, καμώνονταν  το  σερβιτόρο, του  το’φερε  ευτύς
κι αυτός  το κατέβασε  μονορούφι.
« Άλλο  ένα », παράγγειλε.
Το κατέβασε κι αυτό μονομιάς, ήπιε  κι  ένα  τσιγάρο  με  ρουφηξιές  βαθιές
και  φάνηκε  κάπως  να  λασκάρει.
Να  ξεπεζεύει, θαρρείς, η αποστασίλα  απ’το κορμί του !
Έβγανε  στο  κατόπι  κι  ένα  βαθύρριζο  «ααα…»  και  καταφχαριστημένος
συλλογίστηκε :
« Πάει, επιτέλους, τέλεψε αυτή η δουλειά.»


Το  αυλάκι  το παλιό, το  κακοπαθημένο  απ’τους  καιρούς  και τους  πολέμους,
που  έφερνε  το νερό απ’το βουνό στο χωριό  λειψό.
Και το’χανε  μια  έγνοια  από  καιρό.
Μα ,σήμερα  αχάραγα  περιδιαβάσανε  μέτρο το μέτρο, ως  πάνω  τη  ζημιά  του,
κι αγάλι – αγάλι το μαστόρεψαν στη μολυβένια  βραχουριά, στα  πετρολέπιδα,
στους  άμμους, στα χαλίκια, κι ο  ίδρως να ποτίζει τα κορμιά, να σκίζουνται
τα  σκουτιά  τους, ντρίλια, φανέλλες, τσίτια, όμως, στο τέλος
γένηκε  η δουλειά  και γένηκε καλά !
Κι  όχι, βέβαια, πως  το  λειψό  νερό  μονάχα  ήταν  η αφορμή
για  τούτο  της  δουλειάς  το  συναπάντημα !
Μήτε  και  το φιρμάνι  τ’άξαφνο  κι  όλο  πρεμούρα  του  Δημάρχου,
που  τους  το  φούγιαξε  πολλές φορές στην αγορά  καταμεσής  και ο πρωτόγερος :
« Ταχιά όλοι σε προσωπική εργασία, να φτιάσουμε τ’αυλάκι του νερού !»
‘Όχι !
Το  αίτιο  ήταν  πιο  βαθύ  και πιο  βαρύ.
‘Στορήματα  και  θρύλοι  π’ανέμιζαν  όξω  απ’το χωριό, τρόγυρα  στην  πηγή
με  το πολύ νερό, εκεί  που  πλέναν, κοπανάγαν  οι γυναίκες τα βαριά σκουτιά,
εκεί γυρόφερναν   τάχατες, κατά  πως  λέγαν οι γερόντισσες, στοιχειά, νεράιδες,
ξωτικά !
Στα  χέρια  τους  βαστώντας  στραβοράβδια, σαν  εκείνα  των ξωτάρηδων,
αδράχνανε  τις  μοσκαναθρεμμένες  κι  έμορφες  απ’το ποδάρι,
λες  κι  ήσαντε  αρνιά !!
Και  πώς  σεργιάνισε, Θεέ μου, τούτο  το  παραμύθιασμα ,σα μύθος παλιός
και στέριος, ανάμεσα στα νοικοκυρεμένα  κι  ασβεστωμένα  σπίτια !
Στις  γειτονιές  τις  εμορφοστολισμένες  με  πηγκώνιες, βασιλικούς, αρμπαρόριζες,
δυοσμαρίνια, και  φτάρωσε, τρόμαξε  των  γυναικώνε  τις  καρδιές, και χάλασε
και  των  αντρώνε  τα καλότροπα φερσίματα, προσκλίνοντας  καθημερινά στη γκρίνια!

Ο Θανασός, όταν  του  το  πρωτόπε  η κυρά του, το’ριξε  τάχατες  στα  χωρατά :
« Τσι  πιρνιέσι, μαρή, τσι  συ  για  μουσκαναθρεμμένη  τσ’έμορφ’ ;», της είπε.
Τον  κόχιασε  φουρκισμένη, μα  δεν  του  σήκωσε φωνή.
« Πουτές  δεν  ξέρ’ς  ποια  είν’ η  έμορφ’ τσι  μουσκαναθρεμμένη για τα ξουτ’κά »,
του  αποκρίθηκε  ήρεμα, όσο  της  ήταν μπορετό.
Γέλασε  αυτός, μα  νόγησε  την πρεμούρα στα  σώψυχά της.
« Άστα  ισύ  αυτά .Μη  χουλουσκάς!  Μη σκιάζισ’ !  Τα  ξουτ’κά  αδράχνι
τσ’ μοναχοτσοιμούσες», της  είπε, πασχίζοντας  τους  φόβους  της  να μερέψει.
Τον άκουσε, μα  δε  συννορίστηκε  τα λεγόμενά του, τι  ήξερε  πως  τα’λεγε  ξαργού
γι’αγάντα! Της έμεινε, όμως, η απορία.
« Δε μ ’λες  ισύ, που  καμώνισ’  πως  ούλα  τα  ξέρ’ς, πώς  γνουρίζνι  τα  ξουτ’κά
τσ’ μοναχοτσοιμούσες ;», τον ρώτησε  γιομάτη περιέργεια.
Ξερόβηξε αυτός  και  μάσησε  τα λόγια του.
« Ξέρνι  αυτά, ξέρνι. Γι ’αυτό τα  λεν’  τσι ξουτ’κά..! »

Χαμογέλασε ο Θανασός, έτσι  που  κάθονταν στον καφενέ, αναθυμούμενος
τις  κουβέντες και τους φόβους της  κυράς του.
Χαμογέλασε  αναπαμένος, όμως, πλιόνε…
Τι  τώρα τα νερά μπόλικα, γαλαζωπά, διαμάντινα, θα γλιστράνε, παίζοντας
και  κρυφομιλώντας  με το φως, μες  στο καλομαστορεμένο  πλιόνε  αυλάκι τους,
κι  η  ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑ  θ’ακούγεται  ξανά  στον τρόγυρο, καθώς
αλλού  θ’αναβρύζουνε αφρίζοντας με βιάση, κι αλλού  ήρεμα με τις γαργαριστές
φωνές  τους, ήχους γλυκούς, με  αθωότητα  κι Αγιοσύνη  θε να σκορπάνε, ώσπου
να φτάσουνε  χαρούμενα  στις  βρύσες  των  σπιτιώνε !

Χαμογέλασε  και  σηκώθηκε  ο  Θανασός.
Πλέρωσε  τα  τσίπουρα, χαιρέτησε  το  Νικολό  και  τράβηξε για το
κονάκι του.
Μούχτωνε  κι  η μέρα αγάλι – αγάλι  και η κυρά του  στο  πορτόφυλλο
θα  τον καρτέραγε  να  κάτσουνε στο τραπέζι, που, σίγουρα, σήμερα,
τη  μεγάλη μέρα των νερών, θα του’χε  κάτι νόστιμο  καλομαγειρέψει
για  να  τονε  γλυκαντερίσει!!!

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Μπραβο κυριε Χρηστο