Μαυρόπουλος Χρίστος
Έδωσα αυτί τις προάλλες στην TV κι άκουσα τον
υπουργό οικονομικών να λέει, "φάγαμε πολύ ξύλο", εννοώντας τις
περικοπές, τους φόρους, τα χαράτσια, απ' το Δ.Ν.Τ. και δανειστές.
Αυτή η δήλωση του, μού 'φερε στο νου μια ιστορία.
Ο Χότζας, ο αγρότης, ο σοφός, ο συμβουλάτορας και τσελεπής (δικαστής), που έφτιαχνε, ανάμεσα στ' άλλα κι' ένα μικρό μπαχτσέ.
Όχι βέβαια πως του άρεσαν τα ζαρζαβατικά, άρεσαν
όμως στη γυναίκα του, τη Φατμέ, γυναίκα ψηλή, βαριά και καρδιοφούντισσα,
που ότε αγρίευε σειότανε ο μαχαλάς απ' τις φωνές της.
Γι' αυτήν ο καψερός έκαμε την ανάγκη, φιλότιμο και νταγιαντάριζε την κατάσταση στα μουλωχτά βαρυγκωνόντας.
"Βάϊ, βάϊ τζάνεμ κι' ωε που θα πάει τούτο 'δω."
Από την άλλη όμως κανάκευε με γλύκες και σεβνταλίκια την κυρά του, για να θολώνει τον τορρό και τα κρυφοσιχτήρια του.
-Να κοκώνα μου μαρουλοκαρδιές, να κρεμμυδάκια, ρόκα, φάε τζιέρι μου να σου λυθεί ο αφαλός από τη νοστιμιά!
Κι έτσι "πόριζαν" τα πράματα με όρντινο και ημεράδα.
Έλα όμως που ένα πρωϊνό, πέντ' έξη αδέσποτες αγελάδες, πέσανε στο μπαχτσέ του και μασάγανε του καλού καιρού.










.jpg)





